Μαρία Κορακά | Η Ζήλια Μας Κατευθύνει | Έκφραση Ψυχής | Χώρος Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας
1320
post-template-default,single,single-post,postid-1320,single-format-standard,qode-quick-links-1.0,ajax_fade,page_not_loaded,,qode_grid_1200,hide_top_bar_on_mobile_header,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-11.0,qode-theme-bridge,wpb-js-composer js-comp-ver-5.1.1,vc_responsive

Η Ζήλια Μας Κατευθύνει | Έκφραση Ψυχής | Χώρος Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας

Η Ζήλια Μας Κατευθύνει | Έκφραση Ψυχής | Χώρος Συμβουλευτικής & Ψυχοθεραπείας

Κανείς μας δεν το ομολογεί, αλλά πολλές έρευνες δείχνουν ότι στην πραγματικότητα όλοι μας, λίγο πολύ, σκάμε από ζήλια.

Μάλιστα, στην έμφυτη τάση να συγκρίνουμε διαρκώς τον εαυτό μας με τους άλλους οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η επιτυχημένη εξελικτική πορεία του ανθρώπινου είδους.

Στο σύγχρονο κόσμο, όμως, υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι για να ζηλεύει κανείς.

Τι από τα δύο θα προτιμούσατε: Να έχετε ετήσιο εισόδημα 45.000 ευρώ σε μια υποθετική κοινωνία όπου όλοι οι άλλοι θα έβγαζαν 40.000 ευρώ το χρόνο, ή να έχετε εισόδημα 60.000 ευρώ, ενώ όλοι οι άλλοι θα έβγαζαν 90.000 ευρώ;

Ανθρωποι που πήραν μέρος σε πολλές έρευνες, σε όλο τον κόσμο, βρέθηκαν αντιμέ­τωποι με τέτοια διλήμματα, και σ’ όλες ανε­ξαιρέτως τις περιπτώσεις μια ξεκάθαρη πλει- οψηφία προτίμησε την πρώτη επιλογή.

Προ­φανώς, σημαντικότερο για μας δεν είναι πόσα κερδίζουμε σε απόλυτους αριθμούς, αλλά το να μην κερδίζουν οι άλλοι περισσότε­ρα από εμάς. Κατευθυνόμαστε από τη ζήλια.

Τα μικρά παιδιά συχνά τραβολογούν παιχνίδια το ένα από το άλλο. Πολλές φορές, ωστόσο, η πυροσβεστική αντλία δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, παρά μόνο όταν ένα άλλο παιδί παίζει μ’ αυτήν.

Ως ενήλικες έχουμε μάθει να χαλιναγωγούμε τη ζήλια, ή τουλάχιστον να την κρατάμε για τον εαυτό μας.

Η ζηλοφθονία είναι ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα του χριστιανισμού, αλλά και ένα συναίσθημα για το οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι, ανεξαρτήτως θρη­σκεύματος, ντρέπονται.

Ακόμη κι αν δε μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτό, το πράσινο τέρας της ζήλιας θεριεύει μέσα σε όλους μας σε τακτά διαστήματα – και σύμφωνα με τον ερευνητή της Θεωρίας της Εξέλιξης στο Πανεπιστήμιο του Μισσούρι David Geary, υπάρχουν σοβαροί λόγοι γι’ αυτό.

Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι αυτή ακριβώς η ικανότητα του ανθρώπου να νιώ­θει ζήλια ήταν μια απαραίτητη κινητήρια δύναμη για την εξέλιξη του είδους μας.

Η δομή του εγκεφάλου μας είναι τέτοια, ώστε να συγκρίνουμε συνεχώς τον εαυτό μας με τους άλλους, και, όταν η σύγκριση αποβαί­νει εις βάρος μας, τότε να ζηλεύουμε.

Η ζήλια -και κατ’ επέκταση το ένστικτο του ανταγωνισμού- είναι ο μηχανισμός που μετέτρεψε τις καλύβες σε σπίτια και τα σπί­τια σε ουρανοξύστες.

Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Christopher Boehm, διευθυντή του ερευνητικού κέντρου Jane Goodall του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια, δεν είμαστε σε καμιά περίπτωση οι μόνοι που έχουμε το ένστικτο αυτό.

Ο Boehm θεωρεί ότι τα πιο εξελιγμένα είδη πιθή­κων γνωρίζουν τη ζήλια και την ανταγωνιστι­κότητα εδώ και πολλά εκατομμύρια χρόνια.

Οι μακρινοί πρόγονοι του ανθρώπου, ακριβώς όπως και αυτοί οι κοντινοί συγγενείς μας, ζού- σαν σε ομάδες.

Σε μια τέτοια κοινωνία, το κλει­δί της επιβίωσης ήταν η συνεργασία, αλλά, για να λειτουργήσει παράλληλα η φυσική επιλογή, στην ομάδα έπρεπε να υπάρχει εσωτερικός ανταγωνισμός – και τότε εμφανίστηκε η ζήλια. 

Τηλεόραση και περιοδικά προκαλούν ζήλια

Και ενώ η ζήλια ήταν ένα υγιές ένστικτο για τους προγόνους μας, στη σύγχρονη κοινω­νία αποτελεί ένα πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους.

Είναι, μάλιστα, ένα πρόβλημα σε έξαρση, γιατί ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσα πράγματα και τόσοι άνθρωποι που να μπορούν να μας κάνουν να ζηλέψουμε.

Σήμερα, αρκεί να καθίσουμε μπροστά στην τηλεόραση, να ξεφυλλίσουμε ένα περιοδικό ή να ρίξουμε μια ματιά στο γκαράζ του γεί­τονα, για να νιώσουμε ζήλια.

Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο του Γερμα­νικού Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών Sighard Neckel, η ζήλια έχει εξελιχθεί σε κάτι που διαποτίζει τη σύγχρονη κοινωνία μας.

Στην παλιά αγροτική κοινωνία, μόνο το γείτονά του μπορούσε, κατά κύριο λόγο, να ζηλέψει κανείς. Υπήρχαν αξεπέραστα κοινω­νικά «στεγανά» και σε κάθε κοινωνική τάξη όλοι βρίσκονταν στην ίδια περίπου μοίρα.

Στη σύγχρονη κοινωνία, οι κοινωνικές σχέ­σεις έχουν επεκταθεί σημαντικά. Επιπλέον, δε συγκρίνουμε τους εαυτούς μας μόνο με αυτούς που γνωρίζουμε προσωπικά, αλλά και με ανθρώπους που βλέπουμε στην τηλε­όραση, στον τύπο και στις διαφημίσεις.

Ακό­μη, η πρόοδος και η ευημερία προκύπτει συχνά από μια εύνοια της τύχης: μια πετυ­χημένη επένδυση, ένα λαχείο ή μια ξαφνική τηλεοπτική επιτυχία.

Φαινομενικά, δεν υπάρ­χει κάποιος δίκαιος λόγος για τις οικονομικές ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους. Αυτό αποτελεί ιδανική αφορμή για τη ζήλια.

Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, όταν αφήνουμε τη ζήλια να μας κυριέψει, ξεκινάμε ένα μάταιο πόλεμο ενάντια στον ίδιο μας τον εαυτό.

Ο άνθρωπος που ζηλεύει παθολογι­κά, αντί να αναπτύξει τις δικές του πραγμα­τικές δυνατότητες, καταλαμβάνεται από μια εμμονή για τους άλλους.

Η λύση τότε είναι να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμησή μας, δημιουρ­γώντας μια ρεαλιστική εικόνα για τον εαυτό μας, η οποία θα μας βοηθήσει να τον αποδε­χτούμε, παρ’ όλες τις αδυναμίες του.

Τέλος, είναι ίσως παρήγορο να σκέφτεται κανείς τα πλεονεκτήματα που μας έχει προ­σφέρει η ζήλια.

Σύμφωνα με τον David Geary, ο κόσμος θα ήταν σήμερα εντελώς διαφορε­τικός, αν οι άνθρωποι δε νιώθαμε ζήλια: «Χωρίς την κινητήρια ώθηση της ζήλιας, δε θα είχαμε αναπτύξει το μεγάλο εγκέφαλο που διαθέτουμε σήμερα.

Σίγουρα θα ζούσα- με ακόμα σαν πίθηκοι».

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΔΕΡΦΕΣ ΤΟΥΣ

Γείτονες, φίλους και μέλη της οικογένειας μας – ζηλεύουμε περισσότερο τα πιο κοντινά και αγαπημένα μας πρό­σωπα.

Μια έρευνα γύρω από τα κίνητρα που ωθούν τις Αμερικανίδες νοικοκυρές να βγουν στην αγορά εργασίας έδωσε αποτελέσματα που προκάλεσαν κατάπληξη.

Το μορφωτικό επίπεδο των γυναικών και ο αναμενόμενος μισθός δεν είχαν τόσο μεγάλη σημασία.

Μεγαλύτερη βαρύτητα αποδείχτηκε ότι είχε το αν ο γαμπρός της γυναί­κας κέρδιζε περισσότερα από τον άντρα της, και αν, πιάνοντας η ίδια δουλειά, μπορούσε να αυξήσει το συνολικό εισόδημα της δικής της οικογένειας τόσο, ώστε να ξεπεράσει το οικογενειακό εισόδημα της αδελφής της.

Ο ΜΕΙΟΝΕΚΤΙΚΟΣ ΕΝΙΣΧΥΕΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ

Μια έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορές ανάμεσα στο πρώην ανατολικό και δυτικό γερμανικό κράτος επη­ρέαζαν την ψυχική ισορροπία των κατοίκων αποκάλυψε ότι οι Ανατολικογερμανοί ζήλευαν το σημαντικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο των Δυτικογερμανών.

Αυτό δεν εκπλήσσει, βέβαια, κανέναν ιδιαίτερα, όμως παρ’ όλα αυτά από ψυχο­λογικής απόψεως οι Ανατολικοί ήταν εξίσου υγιείς με τους Δυτικούς.

Αποδείχτηκε ότι οι Ανατολικοί είχαν υιοθε­τήσει μια κλασική μέθοδο για να αναπληρώσουν την ανισότητα: την ωραιοποίηση του εαυτού τους.

Είχαν, δηλαδή, σχηματίσει για τους εαυτούς τους τη συλ­λογική εικόνα των εξυπηρετικών ανθρώπων, που σέβονταν τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα θεω­ρούσαν τους Δυτικογερμανούς τσι­γκούνηδες και εγωιστές.

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΜΟΙΡΑ ΜΑΣ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Συγκρίνουμε πάντα την κατάσταση των άλλων με τη δική μας και, όταν νιώθουμε πως μειονεκτούμε, τότε ζηλεύου­με.

Ωστόσο, αυτός ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστρο­φα. Αν, π.χ., συναντήσουμε κάποιον που είναι σε χειρότε­ρη μοίρα από μας, αισθανόμαστε αμέσως μια ικανοποίηση για τη δική μας κατάσταση.

Σε μια έρευνα στις ΗΠΑ, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να συμπληρώσουν τη φράση «Είμαι χαρούμενος, που δεν είμαι…».

Αφού επανέλαβαν την άσκη­ση πέντε φορές, διαπιστώθηκε ότι τα άτομα ένιωθαν εμφανώς πιο ικανοποιημένα.

Το αντίθετο συνέβη με μια άλλη ομάδα, που κλήθηκε να συμπληρώσει τη φράση «Θα ήθελα να ήμουν…».

geekarena.gr