14 Ιούλ Γιατί κάποιοι άνθρωποι επιλέγουν τον “πόνο” στην ζωή τους;
Γιατί μερικοί άνθρωποι κρατούν τον πόνο σαν φυλαχτό;
Όχι γιατί δεν θέλουν τη χαρά, αλλά γιατί κάποτε έμαθαν —ή τους έμαθαν— πως ο πόνος είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξεις μέσα στη σχέση. Να φανείς. Να ακουστείς. Στη συστημική προσέγγιση, ο πόνος δεν είναι μόνο σύμπτωμα· είναι ιστορία, ρόλος, μερικές φορές και ταυτότητα. Αυτό το κείμενο φωτίζει εκείνες τις αθέατες διαδρομές μέσα στις οποίες ο πόνος παγιώνεται όχι μόνο στο σώμα και την ψυχή, αλλά και στο ίδιο το πλέγμα των σχέσεων που συγκροτούν το άτομο. Κι ίσως τελικά, δεν είναι ότι κάποιοι «επιλέγουν» τον πόνο — είναι ότι δεν τους δόθηκε ποτέ η άδεια να υπάρξουν χωρίς αυτόν.
(Μια συστημική προσέγγιση στην εγκατάσταση του πόνου ως ταυτότητα)
Ο πόνος, σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, δεν είναι απλώς ένα ατομικό βίωμα. Στη συστημική θεώρηση, ο πόνος εγκαθίσταται μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων — σε ένα οικογενειακό ή ευρύτερο κοινωνικό σύστημα — και αποκτά λειτουργία: μπορεί να γίνει επικοινωνία, ρόλος, ακόμη και νόημα ύπαρξης.
Ο έντονος και χρόνιος ψυχικός πόνος δεν είναι συμμετρικά αντίθετος της ευχαρίστησης. Η ευχαρίστηση συνδέεται με την αποφόρτιση, με την αποκατάσταση της εσωτερικής ομοιόστασης. Ο πόνος, αντίθετα, διαταράσσει τις ενδοψυχικές και διαπροσωπικές ισορροπίες, τείνει να κατακλύσει το σύστημα και να το καθηλώσει σε μια κατάσταση συνεχούς συναγερμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η ατομική εμπειρία του πόνου δεν είναι ποτέ απομονωμένη από το οικογενειακό πεδίο· συχνά είναι ορατό σύμπτωμα μιας βαθύτερης, αδιευκρίνιστης δυσλειτουργίας του συστήματος.
Συναντώ στο γραφείο μου ανθρώπους που έχουν μάθει να ταυτίζουν την ύπαρξή τους με την οδύνη. Που μεγάλωσαν μέσα σε περιβάλλοντα όπου ο πόνος λειτουργούσε ως συνδετικός ιστός. Που ένιωσαν πως μόνο όταν υπέφεραν μπορούσαν να τραβήξουν την προσοχή των σημαντικών άλλων. Σε τέτοια οικογενειακά συστήματα, η ευχαρίστηση βιώνεται συχνά ως ενοχή ή ακόμη και ως απειλή για τη συνοχή της οικογένειας. Η θεραπεία, τότε, μοιάζει σχεδόν με “προδοσία”.
Σε οικογένειες με ιστορικό πόνου, απώλειας ή ψυχικής ασθένειας, συναντάται συχνά ένα μοτίβο συγχώνευσης, όπου η διαφοροποίηση των μελών βιώνεται ως διακινδυνευτική. Όταν ένα άτομο προσπαθεί να απομακρυνθεί από τον ρόλο του «πάσχοντος», αναδύονται αντιστάσεις, άρρητες ενοχές ή ακόμη και σαφείς αντιδράσεις από το σύστημα. Ο θεραπευτικός στόχος, τότε, δεν είναι μόνο η ανακούφιση του ατόμου, αλλά και η αναδιοργάνωση των δεσμών που, εν αγνοία τους, συντηρούν το σύμπτωμα.
Σε πολλές περιπτώσεις που συνοδεύονται από χρόνιο ψυχικό ή σωματικό πόνο, βλέπω ανθρώπους που δεν έχουν απλώς ένα σύμπτωμα — κουβαλούν ένα αφήγημα. Κάποιοι «επιλέγουν» τον πόνο όχι γιατί τον αντέχουν, αλλά γιατί αποτελεί για αυτούς τον μόνο σταθερό τρόπο να υπάρχουν μέσα στο σύστημα. Το παιδί που δεν έλαβε συναισθηματική ανταπόκριση από τη μητέρα ή τον φροντιστή, ενδέχεται να στραφεί στο σώμα ως πεδίο επικοινωνίας: ο πόνος γίνεται κραυγή. Γίνεται γλώσσα. Γίνεται απόδειξη ύπαρξης.
Γνωρίζω, μέσα από την εμπειρία μου ως και οικογενειακή ψυχοθεραπεύτρια, ότι η μητέρα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του πόνου. Όταν μπορεί να αναγνωρίσει και να αντέξει την ενόχληση του βρέφους, να τη “διαβάσει”, ακόμη και χωρίς λέξεις, τότε εδραιώνεται μια πρώιμη εμπειρία ασφάλειας. Αν όμως είναι συναισθηματικά απούσα, καταθλιπτική ή ναρκισσιστικά εγκλωβισμένη, το βρέφος θα επιστρατεύσει το τελευταίο του όπλο: τον πόνο, για να εξασφαλίσει σύνδεση. Αν αυτό πετύχει, η στρατηγική παγιώνεται και γίνεται τρόπος ύπαρξης.
Από συστημική σκοπιά, ο πόνος λειτουργεί συχνά ως ρυθμιστικό στοιχείο — μια σταθερά που εξασφαλίζει τη διατήρηση της ομοιόστασης στο σύστημα. Σε οικογένειες όπου η διαφοροποίηση απειλεί την ενότητα, η άρση του συμπτώματος προκαλεί αστάθεια. Το «άρρωστο μέλος» μπορεί να είναι ασυνείδητα επιφορτισμένο με το καθήκον να κρατά ενωμένο το σύνολο.
Ο πόνος, λοιπόν, μπορεί να είναι και ένας τρόπος να κουβαλήσει κανείς το ανείπωτο της γενιάς του. Το μη θρηνημένο πένθος, τις ιστορίες που δεν ειπώθηκαν, τα συναισθήματα που δεν βρήκαν αποδέκτη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η θεραπεία δεν αφορά μόνο το παρόν, αλλά και τη συναισθηματική απελευθέρωση του παρελθόντος.
Η δουλειά μας ως θεραπευτές δεν είναι να πείσουμε τον θεραπευόμενο να πάψει να πονά. Είναι να του προσφέρουμε έναν ασφαλή χώρο στον οποίο θα μπορέσει —ίσως για πρώτη φορά— να αναρωτηθεί:
«Ποιος είμαι χωρίς τον πόνο μου;»
Αν υπάρξει αυτό το ερώτημα, τότε αρχίζει η θεραπεία. Εκεί που ο πόνος παύει να είναι ο μόνος τρόπος να σχετιστώ, αρχίζει να γεννιέται χώρος για κάτι άλλο: για επιθυμία, για σύνδεση, για εαυτό.
✍️ Γράφει η Μαρία Κορακά
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Θεραπεύτρια Ζευγαριού & Οικογένειας
📍 Βοραϊκού 2 και Αώου, Πάτρα 26442
📞 +30 2610 346922 | 📱 +30 6974 349109
